διαρκής


διαρκής
[диаркис] επ. продолжительный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διαρκής" в других словарях:

  • διαρκής — sufficient masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρκής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, επίρρ. ώς 1. παρατεταμένος, αδιάκοπος: Ο πόθος των λαών για ειρήνη είναι διαρκής. 2. μόνιμος, σταθερός: Τους κούρασε η διαρκής συμβίωση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαρκής — ές (AM διαρκής, ές) 1. αδιάκοπος, συνεχής, αδιάλειπτος 2. παρατεινόμενος για αρκετό χρόνο 3. σταθερός, μόνιμος αρχ. επαρκής, αρκετός …   Dictionary of Greek

  • διαρκῇς — διαρκέω suffice pres subj act 2nd sg διαρκέω suffice pres subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρκῆ — διαρκής sufficient neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) διαρκής sufficient masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) διαρκής sufficient masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρκέστερον — διαρκής sufficient adverbial comp διαρκής sufficient masc acc comp sg διαρκής sufficient neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρκεστέρων — διαρκής sufficient fem gen comp pl διαρκής sufficient masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρκέα — διαρκής sufficient neut nom/voc/acc pl (epic ionic) διαρκής sufficient masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρκές — διαρκής sufficient masc/fem voc sg διαρκής sufficient neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρκέστατα — διαρκής sufficient adverbial superl διαρκής sufficient neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)